«Είδα αίμα να στάζει»: Συγκλονιστική μαρτυρία Σαρρηκώστα στον FLASH από την εκτέλεση στην Καισαριανή
Η δραματική προσωπική μαρτυρία του βετεράνου φωτορεπόρτερ Αριστοτέλη Σαρρηκώστα από την εκτέλεση των «200» στο Σκοπευτήριο.
Με τον ιστορικό «θησαυρό» της συλλογής φωτογραφιών Χόιφερ, η οποία συμπεριλαμβάνει τα συγκλονιστικά ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, να βρίσκει σταδιακά τον δρόμο της στην Ελλάδα, στο φως βγαίνουν οι συνταρακτικές μαρτυρίες των ανθρώπων που βίωσαν αυτά τα γεγονότα.
Μία από αυτές είναι του βετεράνου φωτορεπόρτερ Αριστοτέλη Σαρρηκώστα, ο οποίος μίλησε στον FLASH και μοιράστηκε την τρομερή του ανάμνηση από εκείνη την αιματηρή Πρωτομαγιά του 1944.
«Ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους»
«Γεννήθηκα στην Καισαριανή το 1937 και ήμουν κι εγώ ένα από τα παιδιά της Κατοχής. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου έζησα γεγονότα που δεν θα έπρεπε να ζήσει ένας νέος άνθρωπος», τόνισε ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας.
«Στην οικογένειά μου ήμασταν έξι αδέλφια. Εγώ ήμουν ο μικρότερος. Ο πατέρας μου πέθανε το 1941 και ανέλαβε η μητέρα μου να έχει και τους δύο ρόλους ταυτόχρονα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία της και την προσπάθεια που έκανε να μπορέσει να μας κρατήσει, να ζήσουμε και την επόμενη ημέρα».
«Η κατάσταση, ειδικά εδώ στην Αθήνα, ήταν τρομερή. Οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους. Γύρναγαν οι υπάλληλοι του δήμου με καρότσια και τους πήγαιναν στο Νεκροταφείο Καισαριανής να τους θάψουν», περιέγραψε.
«Εμάς μας έσωσε ο Ερυθρός Σταυρός. Είχε οργανώσει στο σχολείο στην Ελευθερίου Βενιζέλου, πάνω στην κεντρική λεωφόρο της Καισαριανής. Πηγαίναμε το πρωί τα παιδιά και πίναμε ένα γάλα σε σκόνη -το ανακατεύαμε με ζεστό νερό- και το μεσημέρι συνήθως μας έδιναν σούπες. Ψάχναμε να βρούμε τη φακή και το μπιζέλι μέσα… αυτά όμως μας έσωσαν», υπογράμμισε ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας.
«Τους είδα να τραγουδούν πάνω στα καμιόνια»
«Ήμουν 8 ετών. Κάθε μέρα περνούσα και έπαιρνα τα δύο πρώτα μου ξαδέλφια και πηγαίναμε από το σπίτι στο σχολείο για το συσσίτιο. Εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα, οι Γερμανοί είχαν βάλει πολυβόλα και από τις δύο πλευρές της Λεωφόρου. Δεν άφηναν κανέναν να περάσει. Εκτός από εμάς που ήμασταν παιδιά. Ήξεραν ότι πηγαίναμε στο σχολείο για φαγητό», ανέφερε.
«Πλησιάζοντας στο κέντρο της πλατείας, στην εκκλησία της Παναγίτσας, είδα να ανεβαίνουν τη λεωφόρο 7 με 8 καμιόνια γερμανικά, φορτωμένα με πολίτες. Οι πολίτες τραγουδούσαν. Μάλιστα, φτάνοντας κοντά μας έψαλλαν τον εθνικό ύμνο».
«Εμείς δεν δώσαμε σημασία. Πιστέψαμε ότι θα ήταν εργάτες, θα πήγαιναν να δουλέψουν κάπου… Όμως πήγαιναν για το Σκοπευτήριο», είπε.
Όπως πρόσθεσε, μετά το καθιερωμένο συσσίτιο, οι άνθρωποι του Ερυθρού Σταυρού, τους είπαν να πάνε στο σπίτι γιατί υπήρχε περίπτωση να γίνουν επεισόδια. «Μάλλον ήξεραν το γεγονός», ανέφερε.
Η συγκλονιστική σκηνή
Στην επιστροφή περιέγραψε ότι, ως παιδιά, ήρθαν αντιμέτωποι με μια σκηνή που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του.
«Στην κεντρική λεωφόρο είδαμε τα ίδια φορτηγά να κατεβαίνουν προς τα κάτω. Με τη διαφορά ότι δεν ακούγαμε ούτε τραγούδια, ούτε εθνικό ύμνο. Είδα με τα μάτια μου να στάζει αίμα πίσω από κάθε φορτηγό. Έσταζε αίμα στο δρόμο. Το είπα στη μητέρα μου και μου είπε ‘παιδάκι μου δεν έπρεπε να βλέπετε τέτοια πράγματα’. Μου εξήγησε ότι τους είχαν πάει στο Σκοπευτήριο και τους είχαν εκτελέσει. Και μάλλον τους μετέφεραν σε κάποιο νεκροταφείο.
«Αυτή ήταν τρομερή εμπειρία. Είναι σαν να τους ακούω τώρα να τραγουδούν. Μερικά πράγματα στον άνθρωπο μένουν, δεν τα ξεχνάς ποτέ», κατέληξε ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας.